Neolaia Cyprus

Εξεγέρσεις ενάντια στη φτώχεια στο Φεστιβάλ των Καννών

Έμμεση αναφορά στους αγώνες των «κίτρινων γιλέκων» αλλά κι όλων των άλλων πρόσφατων εξεγέρσεων κάνει ο αφρικανικής καταγωγής Γάλλος σκηνοθέτης Λατζί Λι, στην ταινία του «Οι άθλιοι», ένα άμεσο, δυνατό, πολιτικό μήνυμα, που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα του 72ου κινηματογραφικού φεστιβάλ των Κανών.

Σκηνοθέτης αγωνιστικών, με πολιτικά θέματα, ντοκιμαντέρ, σκηνοθέτης της μικρού μήκους ταινίας με τον ίδιο τίτλο και θέμα («Οι άθλιοι»), ο γεννημένος στο Μονφερμέιγ, μια υποβαθμισμένη, σκληρή περιοχή στα περίχωρα του Παρισιού, εκεί που ο Βίκτωρ Ουγκό τοποθέτησε την ιστορία των δικών του «Αθλίων», ο Λατζί Λι άντλησε από την πραγματικότητα που ο ίδιος έζησε ως έφηβος το 1997, για να γράψει και να σκηνοθετήσει τη νέα του αυτή, συγκλονιστική πρέπει να πω ταινία του, που, αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη να προβλέψουμε, έχει μεγάλες πιθανότητες να είναι ανάμεσα στα φαβορί για κάποιο από τα βραβεία του φετινού φεστιβάλ.

Ο Λατζί Λι αρχίζει την ιστορία του με τους αφρικανικής καταγωγής νέους και νέες, από την περιοχή αυτή, να φτάνουν στο Παρίσι για να υποστηρίξουν τη Γαλλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο και να συμμετάσχουν στη γιορτή της νίκης, τραγουδώντας μαζί με την υπόλοιπη Γαλλία τη «Μασσαλιώτιδα». Πίσω όμως από τις γιορτές και την επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας, κρύβεται μια Γαλλία κι ένα Μονφερμέιγ που δεν έχει αλλάξει και πολύ από την εποχή του Ουγκό. Όπως μας είχε δείξει παλιότερα και ο Ματιέ Κασοβίτς στην ταινία του «Το μίσος» (1995), περιοχές σαν κι αυτή του Μονφερμέιγ εξακολουθούν να παραμένουν υποβαθμισμένες και να κατοικούνται από ανθρώπους φτωχούς, συχνά άνεργους, από συμμορίες που εκμεταλλεύονται (μιας και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς) και διακινούν ότι πιο αποδοτικό γι’ αυτούς (ναρκωτικά, πορνεία, και άλλα παρόμοια). Για τον έλεγχο τους, το κράτος χρησιμοποιεί μια ειδική ομάδα καταστολής του εγκλήματος που, για να μπορεί να ελέγχει (και να δημιουργεί, όπως πιστεύει) κάποια ισορροπία, στρέφεται στη χρήση βίας και εκφοβισμού.

Η πλοκή, που καλύπτει δυο μέρες, ξεκινάει με έναν αστυνομικό, τον Στεφάν, που φτάνει από άλλη περιοχή, για να συμμετάσχει στην ειδική αυτή ομάδα, που για συντρόφους έχει τον αφρικανικής καταγωγής Γκαντά και τον ρατσιστή Κρις. Από την πρώτη κιόλας περιπολία τους, με τους δυο αστυνομικούς να τρομοκρατούν και να φέρονται με βία στα νέα παιδιά της περιοχής, ο Στεφάν, παρόλο που δείχνει την δυσφορία του, συνεχίζει να συμμετέχει μαζί τους στις διάφορες «επιχειρήσεις τους: στη σιωπηλή συμφωνία που έχουν με τον μαύρο «Δήμαρχο» της περιοχής αλλά και τον αρχηγό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, που επιβάλλει στα παιδιά διάφορους ηθικούς κανόνες συμπεριφοράς.

Ύστερα από ένα πρώτο, ομαλό, μέρος, όπου γνωρίζουμε τα διάφορα πρόσωπα, μαζί και μερικά από τα παιδιά που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη συνέχεια, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν δραματικά. Μια βίαιη αντιπαράθεση με τα έφηβα παιδιά, που καταλήγει στο σοβαρό τραυματισμό ενός από αυτά, του Ίσσα, που έχει κλέψει ένα μικρό λιοντάρι από ένα τσίρκο τσιγγάνων της περιοχής, και η καταγραφή του γεγονότος από drone που κατευθύνει ένα άλλο παιδί, ο Μπαζ, θα είναι η αρχή για μια σειρά βίαιων επεισοδίων που σταδιακά θα οδηγήσουν στο πιο ανεξέλεγκτο, με απρόβλεπτες συνέπειες, ξέσπασμα.

Ο Λι αντιμετωπίζει το θέμα του με εκπληκτικό έλεγχο, καταγράφοντας, με αυθεντικότητα (εκτός από τους βασικούς ηθοποιούς πολλοί άλλοι είναι ερασιτέχνες), δίνοντας χώρο στον καθένα από τα βασικά του πρόσωπα για να μπορέσουμε να δούμε τις διάφορες πλευρές (καλές και κακές) του χαρακτήρα τους, στήνοντας τις σκηνές του (η πολύ ωραία, ρεαλιστική φωτογραφία είναι του Ζιλιέν Πουπάρ) με εξαιρετική αίσθηση του μοντάζ και του ρυθμού και αναπτύσσοντας, από ένα σημείο και μετά, το σασπένς, χωρίς όμως ποτέ να κριτικάρει τα πρόσωπά του (είτε τους αστυνομικούς είτε τους νέους), για να καταλήξει στην εκπληκτική εξέγερση των νεαρών – εξέγερση που θα υποστήριζε και ο Ουγκό, δημιουργώντας ταυτόχρονα αναγκαία ερωτήματα για τον καθένα μας.

Η πολιτική είναι στο επίκεντρο και της άλλης ταινίας του διαγωνιστικού, της βραζιλιάνικης «Μπακουράου» των Κλέμπερ Μεντόνζα Φίλιο και Χουλιάνο Ντορνέλες, μιας πολύ επίκαιρης ταινίας σε μια περίοδο που τη χώρα κυβερνά o ακροδεξιός Μπολσονάρο. Κάποια στιγμή, στο Μπακουράου, ένα πολύ μικρό χωριό στα μακρινά «σερτάο» της βορειοανατολικής Βραζιλίας, οι λιγοστοί κάτοικοί του ανακαλύπτουν πως το χωριό τους έχει σβηστεί από τους χάρτες και τα κινητά τους έχουν πάψει να λειτουργούν. Κάποια στιγμή θ’ αρχίσουν και οι δολοφονίες ενώ το χωριό βρίσκεται εντελώς αποκλεισμένο από τον έξω κόσμο.

Αν τα πρώτα πλάνα θυμίζουν κάπως το «τσίνεμα νόβο» (ένας μάλιστα από τους σκηνοθέτες του, ο Κάρλος Ντιέγκες, είναι συμπαραγωγός στην ταινία), η συνέχεια θυμίζει τις παλιότερες βραζιλιάνικες ταινίες με καγκασέιρο και τις γκανγκστερικές αμερικανικές ταινίες. Μόνο που εδώ, δεν έχουμε τον κεντρικό ήρωα των αμερικανικών θρίλερ αλλά ένα ολόκληρο το χωριό που ξεχνάει τις; διαφορές του και ομαδικά αρχίζει να αγωνίζεται ενάντια στους εξωτερικούς, όπως ανακαλύπτουμε σταδιακά, κινδύνους (με τον ηθοποιό Ούντο Κιρ να ερμηνεύει ένα μυστηριώδη Αμερικανό πράκτορα;). Οι δυο σκηνοθέτες χρησιμοποιούν τον αγώνα αυτό των χωρικών ως είδος αλληγορίας πάνω στους οποιουσδήποτε άνισους αγώνες ή εξεγέρσεις των μικρών Δαβίδ ενάντια σε τεράσατιους Γολιάθ όπως η Αμερική του Τραμπ.