Neolaia Cyprus

Back to the 90s

Όλα εκείνα που σημάδεψαν τις ζωές μας στη Λευκωσία –και όχι μόνο- της δεκαετίας του ’90 και που τώρα πια ανήκουν στο πάνθεον του cult. Ένα νοσταλγικό ταξίδι με τη μηχανή του χρόνου…

Του Σπύρου Γιασεμίδη

1. Τρία σφαιριστήρια με τα γνωστά σε εμάς τους mid-30s “μηχανούθκια” ήταν οι κύριοι χώροι σύναξης μετά το σχολείο – το Παπαφιλιππούι στην Αγλαντζιά (παρά την λεωφόρο Λεμεσού, στ’ αριστερά λίγο πρίν τα Φώτα του Καλησπέρα), ο Λούκας στη λεωφόρο Αρμενίας και ο Σαββάκης στην Ακρόπολη. Και ποιος δεν έφαγε (επένδυσε καλύτερα) αμέτρητα “διπλοσέλινα” (και αργότερα ”τετρασέλινα”) στα video games των θρυλικών αυτών σφαιριστηρίων, προσπαθώντας να κατατροπώσει το υφιστάμενο high score ή απλά να παρατείνει την παραμονή του στον χώρο; Street Fighter, Mortal Kombat, Wonder Boy και Metal Slug ήταν μόνο μερικά από τα video games τα οποία μας κράτησαν συντροφιά για ώρες ατελείωτες και μας βοηθήσαν, με τον δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο, να καλλιεργήσουμε το αίσθημα της ομαδικότητας (όταν παίζαμε “διπλό”) αλλά και του (φιλικού) ανταγωνισμού (όταν παίζαμε εναντίον ο ένας του άλλου, με αποκορύφωμα το Street Fighter όπου και διοργανώνονταν επικά τουρνουά μεταξύ παρεών, ακόμα και γειτονιών). Μετά ήρθαν οι παιχνιδομηχανές οικιακής χρήσης (home video game consoles) στο προσκήνιο και τα αγαπημένα μας σφαιριστήρια άρχισαν σιγά σιγά να χάνουν την αίγλη τους αφού όλο και περισσότερες οικογένειες αγόραζαν τις εν λόγω παιχνιδομηχανές και ολοένα και πιο πολλές παρέες μετέφεραν το video gaming εντός του σπιτιού, δημιουργώντας έτσι μια εξ ολοκλήρου νέα τάση. Οι ρομαντικοί του είδους συνέχισαν να πηγαίνουν στα σφαιριστήρια, έστω και πιο αραιά, ώσπου και εξαφανίστηκαν εντελώς από τον χάρτη των εξόδων του νεαρόκοσμου, στα μέσα της δεκαετίας του ’00.

111

2. Το Game Boy, που έκανε θραύση ως η πιο δημοφιλής φορητή παιχνιδομηχανή. Τις ανταλλαγές των παιχνιδοκασετών μας (game cartridges) με τους φίλους μας όταν φτάναμε επιτυχώς το παιχνίδι στο τέλος του (που το “γυρίζαμε” όπως λέγαμε) και τα φθαρμένα από το πολύ παιχνίδι πλήκτρα, τα οποία καταντούσαν να χάνουν το χρώμα τους εντελώς με τον καιρό και την τριβή. Περάσαμε και μείς τη δική μας φάση παρατεταμένου σκυψίματος πάνω από ηλεκτρονική συσκευή (βλέπε σημερινή εποχή – smartphones), μόνο που τότε είχαμε ένα στόχο, μια διαφορετική ίντριγκα, ένα “σπασμένο” high score να συζητήσουμε την επόμενη μέρα στο σχολείο, παρά να επιδιδόμαστε σε ανούσιες πλοηγήσεις στο αχανές information superhighway, όπως γίνεται σήμερα

222

3. Όλες οι άλλες παιχνιδομηχανές οικιακής χρήσης πού έκαναν την εμφάνιση τους πιο μετά και όλο και εξελίσσονταν – το NES της Nintendo που έγινε Super NES (αθάνατο Super Mario!), το Master System της Sega που έγινε Mega Drive (Sonic θεός!), και μετέπειτα το Playstation και το XBOX τα οποία συνεχίζουν μέχρι και σήμερα την επιτυχημένη τους πορεία. Αν ένας από την παρέα ήταν κάτοχος μιας τέτοιας παιχνιδομηχανής, τότε το σπίτι του γινόταν πόλος έλξης για την υπόλοιπη παρέα και όλοι μαζί κλειδωνόμασταν με τις ώρες σ’ ένα δωμάτιο παίζοντας, μέχρι και τέσσερα άτομα ταυτόχρονα, μανιωδώς video games. Καμιά φορά τσακωνόμασταν για την έκβαση του παιχνιδιού αλλά ήταν κι αυτό part of the fun!

333

4. Τα πρώτα PCs που κυκλοφόρησαν και έπαιρναν την μεγάλη δισκέττα των 5¼ ιντζών και οι μεταγενέστερες εκδοχές τους που έκαναν χρήση του floppy disk των 3½ ιντζών (του οποίου, παρεμπιπτόντως, η χωρητικότητα ήταν 1,44 MB! Με τα σημερινά δεδομένα χωρούσε ¼ ενός τραγουδιού σε μορφή MP3!!). Το 8086 έγινε 286, μετά 386, 486, ύστερα ήρθε στο προσκήνιο το (για τα δεδομένα της εποχής) υπερδύναμο Pentium, ακολούθησαν τα Pentium II, III, 4 και ο χορός καλά κρατεί μέχρι και σήμερα! Οι κάρτες γραφικών εξελίχθηκαν και αυτές – η CGA (παλέτα τεσσάρων χρωμάτων) έγινε VGA (δεκαέξι χρώματα), μετά SVGA και πάει και πάει. Όσο για τα παιχνίδια; Υπήρχε πάντα η αιώνια σύγκριση ως προς το ποια πλατφόρμα (PC vs. home video game consoles) αναδείκνυε καλύτερα τα χαρακτηριστικά τους όπως gameplay, γραφικά, ήχο κτλ. – το αποτέλεσμα ήταν πάντα ισοπαλία! Ο λόγος; Παιχνίδι να ήταν και το που παιζόταν δεν είχε και τόση πολλή σημασία!

444

5. Κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν, πόσο μάλλον smartphones. Για να μας εντοπίσουν οι γονείς μας χρησιμοποιούσαν ένα συνδυασμό back-to-back, parent-to-parent, landline-to-landline τηλεφωνημάτων και γονικού ενστίκτου. Σε ίσα μέρη. Είτε σφαιριστήριο θα ήμασταν, είτε σε γήπεδα σχολείων, είτε στις αλάνες (αλήθεια, πού πήγαν αυτές;), συζητώντας με τις ώρες, κοσμοθεωρώντας με όση εμπειρία και γνώση διαθέταμε για τον κόσμο τότε. Πάντα μας έβρισκαν – ή τους βρίσκαμε εμείς πρώτοι. Ακόμα και ν’ αργούσαμε να επιστρέψουμε σπίτι ήταν πάντα σίγουροι και καθησυχασμένοι ότι ήμασταν ασφαλείς. Αθώες εποχές, πραγματικά…

555

6. Και επειδή δεν υπήρχαν κινητά, το “texting” μέσα στην τάξη γινόταν πάντα με ραβασάκια, τα οποία, αφού είχαν διπλωθεί επιμελώς και με περισσή δεξιοτεχνία, ταξίδευαν από χέρι σε χέρι, σαν μηνυματική σκυτάλη, ώσπου να καταλήξουν στον παραλήπτη τους. Καμιά φορά το ραβασάκι αναχαιτιζόταν από τον καθηγητή/καθηγήτρια που “παρέδιδε” μάθημα εκείνη την ώρα και μας έλουζε κρύος ιδρώτας όταν το άνοιγε και το διάβαζε, κάποτε μάλιστα μεγαλόφωνα!

666

7. Facebook δεν υπήρχε. Το πρωτόκολλο του φλερτ προνοούσε να δεις το αίσθημα ζωντανά, από κοντά ή μακριά, και να βρεις εσύ τον τρόπο να κάνεις “connect” μαζί του, προσωπικά. Τότε δεν υπήρχε κουμπί ‘send friend request’ – το μόνο που μπορούσες να κάνεις στην περίπτωση που δίσταζες να πας να συστηθείς από μόνος σου ήταν να χρησιμοποιήσεις έναν κοινό σας φίλο (αν ήσουν τυχερός και υπήρχε) στη θέση του εν λόγω κουμπιού και, μέσω του, να στείλεις το “friend request” σου! Τα υπόλοιπα ήταν πάνω σου, στο άτομο σου, και όχι στο κινητό σου.

777

8. Τα “slow” τραγούδια που χορεύαμε στα σχολικά πάρτι, με την Celine Dion και ton Bryan Adams να έχουν την τιμητική τους κάθε φορά. Την αγωνία που χτυπούσε κόκκινο από την ώρα που βρίσκαμε το θάρρος να πάμε να ζητήσουμε ένα κορίτσι σε χορό ως την ώρα που μας έλεγε (αν ήμασταν τυχεροί) το πολυπόθητο ‘ναι’. Την δεξιοτεχνία που απαιτείτο για να μην πατήσεις το πόδι της παρτενέρ σου και την τοποθέτηση των χεριών στο σωστό σημείο (ούτε πολύ ψηλά, ούτε πολύ χαμηλά) με μαθηματική ακρίβεια.

888

9. Κάναμε σχέδια για το μέλλον που δεν ξεπερνούσαν σε χρονικό ορίζοντα το επόμενο σαββατοκύριακο. Ήμασταν η γενιά του “τώρα” σε αντίθεση με τη σημερινή γενιά του “5-year plan”. Τσακωνόμασταν για ασήμαντους λόγους και τα ξαναβρίσκαμε, σε χρόνο ρεκόρ, για όλους τους σημαντικούς λόγους που ήταν στο κέντρο της φιλίας μας. Μια συζήτηση για έναν έρωτα μπορούσε να κρατήσει μια εβδομάδα. Μίνιμουμ. Τότε μιλούσαμε, αγαπούσαμε, ζούσαμε. Όλα στο ‘τώρα’, σε χρόνο ενεστώτα. Και σε πρώτο πρόσωπο. Δεν τα έκανε το smartphone μας για λογαριασμό μας.

999

10. Τα αυτοκόλλητα Panini (“παίχτες”), τα οποία αγοράζαμε από το περίπτερο σε κλειστά φακελάκια και πάντα μας έλειπαν 4-5 (τα πιο δύσκολα/δυσεύρετα) για να συμπληρώσουμε full άλμπουμ. Αν κάποιος από την παρέα έβρισκε ένα από εκείνα τα “σπάνια” αυτοκόλλητα, τον ζηλεύαμε αφάνταστα – η ανεύρεση ενός τέτοιου “παίχτη”, για μας ισοδυναμούσε με το να κερδίσουμε το λαχείο! Κι επειδή αγοράζαμε τα φακελάκια με την σέσουλα, στην προσπάθεια μας να βρούμε τους συγκεκριμένους δύσκολους “παίχτες”, καταλήγαμε με πολλούς διπλούς/τριπλούς/τετραπλούς κτλ. τους οποίους και ποντάραμε σ’ ένα δικής μας επινόησης παιχνίδι του στυλ “winner-takes-all” (αφού οι “παίχτες” αποτελούσαν “συνάλλαγμα” στην παρέα – όσους πιο πολλούς είχες, τόσο πιο “πλούσιος” θεωρήσουν!) όπου και δύο φίλοι καθόμασταν απέναντι ο ένας από τον άλλο, με τις στοίβες μας με “παίχτες” ανά χείρας και, με αναποδογυρισμένη την μπροστινή όψη που ανέγραφε τον αριθμό, γυρίζαμε εναλλάξ τα αυτοκόλλητα – όποιου το τελευταίο ψηφίο του αριθμού του φρεσκογυρισμένου “παίχτη” του ήταν το ίδιο με αυτό που μόλις γύρισε ο άλλος, τότε κέρδιζε όλη τη στοίβα που είχε μαζευτεί. Καμιά φορά τα έφερνε με τέτοιο τρόπο η τύχη που η στοίβα κατέληγε να γίνει τεράστια, το ίδιο και η αγωνία των αντιπάλων, οπόταν και το παιχνίδι σταματούσε κοινή συναινέσει και τα αυτοκόλλητα επιστρέφονταν πίσω στους κατόχους τους με τη στοίβα να μοιράζεται στη μέση!

10

11. Τα “ππιριλιά”, τα οποία επίσης αποτελούσαν “παρεΐστικο συνάλλαγμα” – όσα πιο πολλά και πιο σπάνια ππιριλιά είχε κάποιος, τόσο πιο “πλούσιος” και δημοφιλής θεωρείτο. Τα παιχνίδια με τα ππιριλιά έδιναν κι έπαιρναν. Κυριολεκτικά. Παίζαμε “λουκκούι”, “κουτσητό” και άλλα παιχνίδια τα οποία απαιτούσαν φοβερή επιδεξιότητα και απαράμιλλη ακρίβεια ούτως ώστε να κερδίσεις τον αντίπαλο σου και να μεγαλώσεις την συλλογή σου (και μαζί και την δημοτικότητα σου). Οι “γιαλλέζες” (ήταν φτιαγμένες από άσπρο γυαλιστερό υλικό και έφεραν πολύχρωμες χαρακιές) ήταν πιο πολύτιμες από τα κανονικά ππιριλιά (φτιαγμένα από γυαλί, με πολύχρωμα “κύματα” στο εσωτερικό τους) και οι μεγάλες “ππιρίλλες”, που έμοιαζαν με πλανήτες, ήταν ακόμη πιο πολύτιμες και σπάνια ποντάρονταν σε παιχνίδια, από φόβο μήπως τις χάσουμε. Ανταλλάζαμε τα ππιριλιά μας με τους φίλους μας, κάνοντας διαπραγματεύσεις ως προς το τι συνδυασμό ππιριλιών αξίζει, κατά τη γνώμη μας, το ππιριλλί που βάλαμε στο μάτι, με παραπάνω θέρμη κι από Εβραίο διαμαντέμπορα!

11

12. Τα αναρίθμητα boy bands των 90s (N’Sync, 911, New Kids on the Block, Take That, Boyzone, Backstreet Boys, Hanson κτλ.), τα οποία αποτελούσαν την τρέλα της εποχής – όλα τα κορίτσια λάτρευαν τα μέλη των boy bands και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, όλα τα αγόρια ήθελαν να τους μοιάσουν. Και τα δυο φύλα όμως απολάμβαναν τα τραγούδια τους εξίσου. Στην άλλη όψη του νομίσματος υπήρχαν τα girl bands, όπως Spice Girls και Destiny’s Child, τα οποία και αντέστρεφαν τα προαναφερθέντα αισθήματα ανά φύλο!

13

13. Τα cafes της Μακαρίου (Pizza Hut Downtown, Da Capo, Le Café, Croisanterie Delifresh στο City Plaza, Citio – το τελευταίο είναι και το μόνο που ακόμα υπάρχει, αφού δοκιμάστηκε και άντεξε το τεστ του χρόνου και των franchise coffee shops), όταν αυτά μεσουρανούσαν και η νεολαία επέλεγε μεταξύ των διαφορετικών τύπων φραπέ (μισό-μισό, σκέτο, όλο γάλα κτλ.) και όχι μεταξυ διαφορετικών τύπων καφέδων με παράξενα, σχεδόν αστεία ονόματα όπως Frappuccino, Freddo, Americano, Macchiato κτλ. Σάββατο πρωί, όταν η Μακαρίου έσφυζε από ζωή, γινόταν πόλεμος για ένα τραπέζι έξω

14

14. Το Drakkar στο Capital Centre (υπάρχει ακόμα!), το οποίο ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτο κάθε Σάββατο πρωί που αναγκαζόμασταν να δοκιμάζουμε τα t-shirts και τα πουκάμισα εκτός του (πάντα απασχολημένου) δοκιμαστηρίου, on the spot! Αλήθεια, υπάρχει κανένας που δεν είχε στη συλλογή του έστω κι ένα πουκάμισο Gabbiano?!

15

15. Τα clubs/bars της Έγκωμης, με ναυαρχίδα του στόλου να αποτελεί το Vivendi και ν’ ακολουθούν το Amarte (μετά έγινε Ακροβάτες), η Άκρη, η Νέρων, η Reckless και όλα τ’ άλλα night spots που ήρθαν κι έφυγαν, γράφοντας τη δική τους ιστορία στη νυχτερινή ζωή της Πρωτεύουσας. Το τίμημα της κάθε νύχτας άγριου clubbing πληρωνόταν την επόμενη μέρα με έντονους πονοκεφάλους, μερικώς οφειλόμενοι στο ξενύχτι και τον non-stop χορό και μερικώς στα ποτά-πόμπες που μας πότιζαν, τα οποία στα τότε άβγαλτα εφηβικά μυαλουδάκια μας φάνταζαν σαμπάνιες!

16

16. Τα πιο “high-class” clubs όπως Zoo και Σφηνάκια, στα οποία έμπαιναν τα πιο μεγάλα ηλικιακά στρώματα και όπου το φαινόμενο “τρώω πόρτα” ήταν πιο έντονο αλλά, παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να μπεις γιατι “everybody who was somebody” ήταν μέσα!

17

17. Τα θρυλικά submarines του Yellow (Μίκης) και του Stripes (Παχάλης), τα οποία φάνταζαν γαστριμαργικός παράδεισος στους γευστικούς μας κάλυκες και στο ταλαιπωρημένο από το αλκοόλ στομάχι μας μετά από μια νύχτα ακατάπαυστου clubbing. Το chicken submarine δε, φιγούραρε ως το αγαπημένο του κοινού!

18

18. Τα shopping centres της Μακαρίου (City Plaza, Capital Centre, Galaxias), τα οποία δεν είχαν κατάστημα ανοίκιαστο. Αλήθεια, δεν ήταν πιο ωραία να πηγαίνεις από το ένα shopping centre στο άλλο, βλέποντας διαφορετικό κόσμο κάθε φορά, και όταν βαρεθείς να βγαίνεις έξω και να περπατάς σε εμπορικό δρόμο παρά να είσαι κλεισμένος σε ένα και μόνο τόπο, όπως είναι η κατάσταση τώρα με τα Malls, που όταν περνάς την πόρτα εξόδου βρίσκεσαι κατευθείαν στο παρκινγκ και από ‘κει στο αυτοκίνητο και φεύγεις; Χάθηκε ο ρομαντισμός του shopping και η όλη φάση από εμπειρία κατάντησε εμπορικοποίηση

19

19. Τα σινεμά (Ζήνα Πάλας, Πάνθεον, Όπερα, Οθέλλος, και για τους παλαιότερους και πιο σινεφίλ, το Μετροπόλ, που μετά κατεδαφίστηκε κι έγινε το παρκινγκ απέναντι από το πρώην αδερφάκι του, το Ζήνα Πάλας), τον καιρό που σινεμά σήμαινε ΣΙΝΕΜΑ. Ποιος δεν θυμάται τις φωτογραφίες-preview που αναρτιόνταν έξω από το σινεμά και έδειχναν σκηνές από το έργο που παιζόταν;! Όσο για τις αίθουσες; Τεράστιες! Και η διαρρύθμιση τους; Κανονικές προδιαγραφές κινηματογράφων (movie theatres) εξωτερικού – με δυο επίπεδα, εξώστη, καθίσματα πολυτελείας, τεράστια οθόνη, state-of-the-art ηχοσύστημα, μηχανή προβολής με καρούλι. Τώρα; 6-7 αίθουσες κάτω από μια στέγη, να μοιράζονται την ίδια στεγνή και μονόχνωτη διαρρύθμιση, οπτικοακουστικό σύστημα κακής ποιότητας, άβολα καθίσματα, υπερτιμημένο εισιτήριο και γενικά μια αίσθηση “fast-food cinema-going”. Το concept ‘cineplex’ έχει δυστυχώς αφαιρέσει την μαγεία που συνόδευε την εμπειρία του να πηγαίνεις σινεμά, έχοντας λειτουργήσει εκπτωτικά στην όλη εμπειρία

20

20. Το Coconut Gift Shop στο City Plaza, όπου και έχουμε επενδύσει διόλου ευκαταφρόνητα ποσά στον βωμό του έρωτα, αγοράζοντας κάρτες, αρκουδάκια (“Me to You”), μπιχλιμπίδια, καρδούλες που μοιράζονταν στη μέση (μια δική σου, μια δική μου!) και ότι άλλο θεωρούσαμε ότι θα άρεσε στο αίσθημα, είτε ήταν του Αγίου Βαλεντίνου, είτε γιορτάζαμε επέτειο, γενέθλια, γιορτή ή απλά νιώθαμε ερωτευμένοι και θέλαμε να το μετουσιώσουμε μ’ ένα μικρό δωράκι

21

21. Πριν τα torrents αγοράζαμε την μουσική μας από τα music centres, χαρακτηριστικά παραδείγματα των οποίων ήταν το Groovy, στον πρώτο όροφο του Galaxia, το Fanfare, στο υπόγειο δίπλα από εκεί που τώρα βρίσκεται το Zara και το All Records, δυο καταστήματα παρακάτω από το wine bar Silver Star. Περνούσαμε ώρες ατελείωτες στα “listening stations” ακούγοντας με headphones τις νέες κυκλοφορίες και σιγοτραγουδώντας στους ρυθμούς των τότε δημοφιλών τραγουδιών, χωρίς έγνοιες, χωρίς πρόγραμμα, χαμένοι στη στιγμή…

23

22. Τα μη-συνδρομητικά τηλεοπτικά κανάλια που όλο και αυξάνονταν (ΡΙΚ1, ΡΙΚ2, Λόγος, ΑΝΤ1 κτλ.) και τον ερχομό του πρώτου συνδρομητικού καναλιού στην Κύπρο, της LTV, που βασικά έβαζε δυο καλές, καινούριες ταινίες κάθε νύχτα – την πρώτη η ώρα 8 και την δεύτερη η ώρα 10 (και μετά το τέλος της δεύτερης, σειρά έπαιρνε η Ζώνη Ενηλίκων αλλά αυτό είναι ένα εξολοκλήρου ξεχωριστό κεφάλαιο!!)

24

23. Πριν την εμφάνιση των DVDs, γύρω στο 1999, έργα βλέπαμε στο VCR (video), του οποίου η τεχνολογία τώρα ανήκει σε μουσείο! Δεν μπορούσαμε να διαλέξουμε συγκεκριμένες σκηνές/chapters από το έργο, ούτε και μπορούσαμε να κάνουμε fast forward ή rewind την ταινία με την ταχύτητα που προσφέρουν τη σήμερον ημέρα τα νέα media players. Για να πάρουμε την ταινία σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο, είτε μπροστά είτε πίσω, είχαμε δυο επιλογές – είτε θα πατούσαμε STOP και μετά θα κάναμε fast forward/rewind, υπολογίζοντας στο περίπου που να σταματήσουμε την ταινία, μετά PLAY και ελαφριά διόρθωση για να πάρουμε την ταινία στο ακριβές σημείο, είτε θα κάναμε fast forward/rewind χωρίς να πατήσουμε STOP. Εκτιμούσαμε πάντα ποια επιλογή ήταν η λιγότερο χρονοβόρα και την εφαρμόζαμε. Κάναμε χαρά όταν ακούγαμε το fast forward/rewind στο STOP mode να επιταχύνει μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Γινόμασταν έξω φρενών όταν κάποιος “έγραφε” πάνω από δικό μας έργο και σπάζαμε το πλαστικό κομμάτι κάτω αριστερά μπροστά για να προλάβουμε αυτό το ατυχές συμβάν. Ακόμα κι έτσι όμως, πάλι υπήρχε τρόπος να “γράψεις” από πάνω – ένα κομμάτι κολλητικής ταινίας (“speedfix”) πάνω από το σημείο του σπασμένου πλαστικού και η βιντεοκασέτα ξαναποκτούσε την ικανότητα της για re-recording!

23b

24. Τα Video Clubs, τα οποία στην αρχή ενοικίαζαν βιντεοκασέτες και μετά DVDs. Τα παραπάνω έγιναν 24ωρα με αυτόματη εξυπηρέτηση (έμειναν όμως και μερικά που συνέχισαν να ενοικιάζουν με τον πατροπαράδοτο τρόπο της ανθρώπινης και όχι ρομποτικής εξυπηρέτησης, για τους τελευταίους, die-hard fans της εμπειρίας – γιατί, άλλο να συζητάς με ένα fellow σινεφίλ και ν’ ανταλλάζεις απόψεις και να παίρνεις και εισηγήσεις για έργα, και άλλο να είσαι με το ένα χέρι στο touch screen της αυτόματης μηχανής ενοικίασης και με το άλλο στο smartphone κοιτάζοντας στο IMDb τα ratings των έργων που προτίθεσαι να ενοικιάσεις) και τώρα πνέουν τα λοίσθια, αφού όλο και πιο πολύς κόσμος κάνει στροφή προς τα torrents. Νοσταλγικό χαρακτηριστικό των παλιών Video Clubs που ενοικίαζαν βιντεοκασέτες, ήταν η καρτέλα ενοικίασης στη μέσα μεριά της θήκης, στην οποία αναγράφονταν τα ονόματα των προηγούμενων ενοικιαστών καθώς και το δικό σου αφού ήσουν ο τελευταίος που την είχε στην κατοχή του, μαζί με λεζάντα-παράκληση για να κάνεις fully rewind την ταινία πριν την επιστρέψεις. Σε περίπτωση που δεν το έκανες, κατά πάσα πιθανότητα ο ιδιοκτήτης του Video Club είχε “super-fast rewind” συσκευή της οποίας μοναδικός σκοπός της ήταν να γυρίσει την βιντεοκασέτα στην αρχή με τριπλάσια-τετραπλάσια ταχύτητα απ’ ότι το VCR!

25

25. Το Big Boy (καθαρό φαστφουντάδικο), μετά Big Boy Planet (υβρίδιο μεταξύ φαστφουντάδικου και youth bar) και τέλος Heaven (καθαρό youth bar), όλα στον ίδιο τόπο, στον πρώτο όροφο του Galaxias. Αποτελούσαν meeting point πριν την μετέπειτα έξοδο για clubbing ή για οπουδήποτε “πάρακατω”

25c

26. Την συνδυασμένη έξοδο για πίτσα στο κεντρικό Pizza Hut και μετά απέναντι στο Δρακουμέλ για “μηχανούθκια”. Οι γλυκατζήδες πήγαιναν και μια βόλτα από το New York Sweets το οποίο τότε βρισκόταν απέναντι από την πίσω είσοδο του Pizza Hut – τότε γίνονταν ανάρπαστα, όχι τόσο τα marble brownies, αλλά τα chocolate chip cookies του. Το ωραίο είναι ότι η γεύση τους παραμένει ακριβώς η ίδια 20 χρόνια μετά – σταθερή αξία…

26

27. Ακόμα μια συνδυασμένη έξοδος ήταν αυτή στην Μακεδονίτισσα, για σινεμά στο Οθέλλος και μετά για “μηχανούθκια”/μπιλιάρδο/παγωτό (Παπαφιλίππου – φράουλα/βανίλια σταθερά!) στα απέναντι σφαιριστήρια. Παρασκευή/Σάββατο νύχτα δεν υπήρχε περίπτωση να μην συναντήσεις γνωστούς από το σχολείο σε ένα (ή και παραπάνω) από τα εν λόγω στέκια

27

28. Τα ‘NOW That’s What I Call Music’ CDs – αφού ακούγαμε στο repeat 500 φορές το κάθε NOW και το χρησιμοποιούσαμε σαν playlist στα πάρτι μας, δεν βλέπαμε την ώρα να κυκλοφορήσει το επόμενο για να ενημερώσουμε την μουσική μας κασετίνα με τα πιο popular τραγούδια του τότε καιρού.

28

29. Το Crazeland στον Στρόβολο – τα μεγάλα παιδιά μέσα για “μηχανούθκια”, τα μικρά έξω να παίζουν με τα μηχανοκίνητα παιχνίδια και οι γονείς μέσα στην καφετερία να συζητούν περί ανέμων και υδάτων. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο χάμπουργκερ με πατάτες που πρόσφερε η καφετερία και το οποίο έκλεινε με τον πιο γευστικό τρόπο μια μέρα γεμάτη παιχνίδι, χαρά και παιδική (αλλά κι ενήλικη) ανεμελιά.

29

30. Το Tivoli μέσα στην Κρατική Έκθεση και τα αξέχαστα go karts του, πάνω στα οποία διανύσαμε αμέτρητα χιλιόμετρα και επιδοθήκαμε σε απερίγραπτες, γεμάτες τεστοστερόνη κόντρες με την παρέα.

30

31. Το Funny Business απέναντι από το Galaxias (υπάρχει ακόμα!), απ’ όπου κι αγοράζαμε διάφορα “τρικς” (σαπούνι που βγάζει μελάνι, “βοθράκια”, αυτοκόλλητο με εφέ σπασμένου γυαλιού το οποίο κολλούσαμε συνήθως σε αυτοκίνητα, πουράκια με καψούλι τα οποία, λίγο μετά που άναβαν, έκαναν έκρηξη, ψεύτικο αίμα κτλ.) τα οποία μετά εφαρμόζαμε σε ανυποψίαστους γονείς, μικρά αδέλφια ή ακόμα και σε αγνώστους.

31

32. Το Louisiana απέναντι από το Vivendi, του οποίου τα μπιλιάρδα και λοιπά video games αποτελούσαν το ορεκτικό στην νυχτερινή μας έξοδο στα θρυλικά clubs του τριγώνου της Έγκωμης.

32

33. Το περιοδικό PC Gamer, το οποίο πάντα είχε δωρεάν “game demo disk” μέσω του οποίου μπορούσες να πάρεις μια γεύση από τα νέα παιχνίδια της αγοράς. Συνήθως ήταν διαθέσιμο το πρώτο στάδιο, το οποίο και μπορούσε να παιχτεί χωρίς περιορισμούς – μετά την ολοκλήρωση του όμως, έπρεπε να αγοράσεις το full παιχνίδι αν ήθελες να συνεχίσεις. Τις πιο πολλές φορές θέλαμε, καθώς το ορεκτικό που μας προσφερόταν ήταν πολύ γευστικό και μας άνοιγε την όρεξη για το κυρίως πιάτο..! Επίσης, αγαπημένο section του εν λόγω περιοδικού ήταν τα ‘Hints &Tips’, μέσω των οποίων μαθαίναμε μικρά μυστικά για τ’ αγαπημένα μας παιχνίδια (για παράδειγμα, ένα νέο brutal combo στο Street Fighter, ένα αιματοβαμμένο “finish him” move στο Mortal Kombat, μια αποτελεσματική στρατηγική κατατρόπωσης του εχθρού στο Command & Conquer κτλ.), μυστικά τα οποία μας πρόσφεραν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο gameplay!

33

34. Τα παλιά adventure games της Sierra για PC όπως Leisure Suit Larry, Gabriel Knight, Phantasmagoria, King’s Quest και Space Quest, τα οποία μας έκαναν να χάσουμε τον ύπνο μας για πολλές (συνεχόμενες) νύχτες, προσπαθώντας να “ξεκολλήσουμε” από συγκεκριμένα σημεία-γρίφους και να προχωρήσουμε στο παιχνίδι. Όταν τα βρίσκαμε μπαστούνια (που ήταν αρκετά συχνά) και αφού είχαμε εξαντλήσει και το τελευταίο μόριο φαιάς ουσίας, καταφεύγαμε στην εύκολη λύση, τα “walkthroughs” που πρόσφεραν τα διάφορα PC game magazines και τα οποία είχαν τις λύσεις σε όλους τους γρίφους. Άλλη χάρη είχε όμως να βρεις μόνος σου την λύση, έστω κι αν έπαιρνε μέρες..!

34

35. Οι αξέχαστες ταινίες των 80s και 90s, μέσω των οποίων πολλοί, μεγάλης εμβέλειας ηθοποιοί σήμερα, συστήθηκαν τότε στο σινεφιλικό (και όχι μόνο) κοινό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα ‘The Mask’ και ‘Dumb and Dumber’ που έκαναν τον Jim Carrey είδωλο της κωμωδίας σε εκατομμύρια moviegoers ανά το παγκόσμιο, τα ‘Lethal Weapon’ και ‘Beverly Hills Cop’ της κατηγορίας Action Comedy/Buddy Movie, το ‘Scream’ που ήταν πρωτοπόρο στο είδος του guess-who-the-killer-is (όσοι ήμασταν τυχεροί να δούμε τα ‘Scream’ για πρώτη φορά και νοουμένου ότι δεν μας τα είχαν κάνει spoil οι καλοθελητές με το να μας αποκαλύψουν τον δολοφόνο, βάζαμε στοιχήματα ως προς το ποιος είναι – και όλοι χάναμε!) και μετά ακολούθησαν πολλές (οι παραπάνω κακές) κοπιές, το ‘Titanic’ (προβλήθηκε στο Οθέλλος και ήταν το μόνο έργο που θυμάμαι για το οποίο χρειάστηκαν δυο διαλείμματα – ένα το εθυμοτυπικό κι άλλο ένα για ν’ αλλαχτεί το καρούλι της ταινίας γιατί δεν χώραγε ολόκληρη σε ένα!), το remake του ‘Romeo and Juliet’ με τον Leonardo DiCaprio και την Claire Danes (το soundtrack του έπαιζε μόνιμα στο repeat – τραγούδια όπως το #1 Crush των Garbage και Kissing You από Des’ree χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο μυαλό μας λόγω του ανελέητου ακούσματος τους), το ‘City of Angels’ (κλασσικότατο date movie της εποχής) με το θρυλικό Iris των Goo Goo Dolls, το ‘American Pie’ [για όσους αποφοίτησαν από το Λύκειο το 1999 ιδού ένας ωραίος συνειρμός – το πρώτο ‘American Pie’, το οποίο βγήκε στις αίθουσες την ίδια χρονιά, είναι απόλυτα συγχρονισμένο με εμάς αφού και οι πρωταγωνιστές του αποφοιτούσαν από το Λύκειο στην ταινία, στο δεύτερο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2001, ήμασταν κι εμείς στο πανεπιστήμιο όπως κι οι πρωταγωνιστές, στο τρίτο, το οποίο προβλήθηκε το 2003, όλο και κάποιο φίλο θα είχαμε που παντρεύτηκε την high school sweetheart του, και στο τέταρτο (αναφέρομαι στο ‘American Reunion’ και αγνοώ όλα τα in-between αυτού και του τρίτου τα οποία ήταν, επιεικώς, αηδιαστικές αρπαχτές) που κυκλοφόρησε το 2012, οι παραπάνω μας ήμασταν, είτε παντρεμένοι, είτε σε σοβαρές σχέσεις, κι εμείς οι ίδιοι πιο σοβαρές εκδοχές των εφηβικών μας εαυτών (ορισμένοι τουλάχιστον!) και τα σπάγαμε με κάθε ευκαιρία σε κάθε reunion – ακόμα το κάνουμε!] και τόσα άλλα έργα, τα οποία, πέρα του να μας διασκεδάσουν, μας έκαναν να ερωτευτούμε την ιδέα του να ερωτευόμαστε και, αργότερα, μας βοήθησαν στο να κάνουμε την ιδέα πράξη “προθερμαίνοντας” τα ραντεβού μας (οι μερακλήδες δεν ακολουθούσαμε την πεπατημένη με τις ρομαντικές ταινίες και βάζαμε θρίλερ και horror για να κολλήσουν τα κορίτσια πάνω μας – θέλοντας και μη!)

35

36. Τα μπουκάλια της Coca Cola και λοιπών αναψυκτικών, τα οποία είχαν διάφορα σχέδια στο πίσω μέρος του καπακιού που αντιστοιχούσαν σε δώρα που κέρδιζες παρουσιάζοντας το εν λόγω καπάκι στο σημείο από το οποίο αγόρασες το αναψυκτικό. Το πιο σύνηθες από αυτά τα δώρα ήταν το κόκκινο πλαστικό κυλινδρικό “πορτοφόλι” στα χρώματα της Coca Cola, το οποίο κρεμούσες με λουρί γύρω από τον λαιμό σου και ήταν ιδανικό για φύλαξη κερμάτων. Το δεύτερο πιο συχνά-κερδισμένο δώρο ήταν το καπελάκι της Coca Cola, το οποίο φοριόταν πολύ το καλοκαίρι στην παραλία!

36

37. Την παλιά συσκευασία του γάλα Χαραλαμπίδης στο χάρτινο κουτάκι του ενός λίτρου, η οποία ήταν τίγκα στο logo του εν λόγω γαλακτοκομείου (θυμάστε τους κοκκινομπλέ κύκλους;)

37

38. Τα παγωτά της Regis, συγκεκριμένα την Πλάκα και το Sandwich. Η εκδοχή του τελευταίου που έβγαινε μισό σοκολάτα και μισό βανίλια και η συνήθεια να κόβουμε το μισό που δεν μας άρεσε (προσωπικά ήταν η σοκολάτα!) και, είτε να το πετάμε, είτε να το δίνουμε σε αυτούς τους φίλους μας που τους άρεσε η συγκεκριμένη γεύση.

38

39. Οι γκοφρέτες Κουκουρούκου και Σερενάτα και η χαρακτηριστική διαφήμιση της τελευταίας, την οποία ακούσαμε τόσες πολλές φορές που είμαι σίγουρος πως, αν προσπαθήσω τώρα να θυμηθώ τους στίχους, ένα 70% με 80% το ‘χω σίγουρα!

39

40. Οι ομολογίες που μας αγόραζαν συνήθως οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας σε γιορτές, γενέθλια ή απλά στο έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, και οι οποίες ήταν κάτι μεγάλα χρωματιστά χαρτιά (το χρώμα άλλαζε αναλόγως του ποσού) που ανέγραφαν ποσό στην έναρξη και στην λήξη (σε λίρες τότε) καθώς και ημερομηνία λήξης. Μας έλεγαν ότι ήταν ακόμη πιο πολύτιμες κι από τα ίδια τα χρήματα αλλά εμείς δεν το βλέπαμε έτσι γιατί δεν μπορούσαμε να τις χρησιμοποιήσουμε άμεσα για ν’ αγοράσουμε τα πράγματα που θέλαμε – έπρεπε να κάνουμε υπομονή μέχρι την λήξη τους αλλά, ακόμα και τότε, όλο και σε κάποιο αποταμιευτικό λογαριασμό θα έμπαιναν τα λεφτά από την εξαργύρωση τους για να ‘επανεπενδυθούν για το μέλλον μας’, κατά τους μεγάλους. Εμείς πάλι το βλέπαμε σαν ένα “κόστος ευκαιρίας” που δεν μας σύμφερε, καθώς είχαμε σαν γνώμονα το παρόν παρά το μέλλον – κάλλιο πέντε και στο χέρι λέγαμε…

40

41. Τα trolls, τα κουκλάκια με τα φουντωτά χρωματιστά μαλλιά, τα οποία εφαρμόζονταν στο πίσω μέρος των μολυβιών μας και τα έκαναν πιο “trendy”. Φυσικά, τα εν λόγω μαλλιά δεν άντεχαν και πολύ καιρό γιατι όλο και κάποιο ευφάνταστο τρόπο θα σκαρφιζόμασταν για να τα “περιποιηθούμε” – είτε θα τα φλομώναμε στο tippex, είτε θα τα καίγαμε (μερικώς ή ολικώς), είτε θα τους αλλάζαμε χρώμα με μαρκαδόρο, είτε θα τα κουρεύαμε με το ψαλίδι …η λίστα ήταν ατελείωτη!

41

42. Τα ηλεκτρονικά pets Tamagotchi, τα οποία κάναμε δώρο στο αίσθημα και το αίσθημα σ’ εμάς. Αν και μακράν απείχαν από τα ζωντανά κατοικίδια, το βάρος της ευθύνης που ερχόταν με το συγκεκριμένο δώρο ήταν τεράστιο, σε σημείο που φροντίζαμε τους νέους μας, εικονικούς φίλους με παραπάνω προσοχή κι από νεοαποκτηθέν κουταβάκι! Αν καμιά φορά δε, ξεχνούσαμε να το ταΐσουμε/ποτίσουμε/βγάλουμε περίπατο, και χτυπούσαν τα alarms-κλάματα, τότε ακούγαμε τον εξάψαλμο από το αίσθημα όσο αφορά την “ανευθυνότητα” μας. Αν μας πέθαινε κιόλας (όπως συνέβαινε όταν το άφηνες αρκετές μέρες χωρίς φαί/νερό) τότε θεωρούμασταν ‘ανάξια τέρατα’ και διάφορα άλλα κοσμητικά..!

42

43. Τα μηχανήματα της VISA που δεν ήταν ηλεκτρονικά και, κατ’ επέκταση, συνδεδεμένα με τον server της τράπεζας ούτως ώστε να εγκρίνεται ή να απορρίπτεται μια συναλλαγή αναλόγως με το τρέχον υπόλοιπο, όπως γίνεται τη σήμερον ημέρα. Δίναμε (ή μάλλον οι γονείς μας δίνανε!) την κάρτα στον πωλητή και αυτός την τοποθετούσε σ’ ένα ορθογώνιο μηχάνημα με χαρτί από κάτω και, αφού ασκούσε πίεση πάνω από την κάρτα με ένα χερούλι που το κατεύθυνε αριστερά και μετά δεξιά, κι έτσι τα στοιχεία της κάρτας αποτυπώνονταν πάνω σ’ ένα έγγραφο μαζί με το οφειλόμενο ποσό, μας έδινε το εν λόγω έγγραφο να το υπογράψουμε και κρατούσε αυτός το original κι εμείς το copy. Λειτουργούσε σαν απόδειξη οφειλής ούτως ώστε να αποκοπεί αργότερα το σχετικό ποσό από τον λογαριασμό μας. Το τι διαφορά είχαν οι πιστωτικές κάρτες εκείνη την εποχή σε σχέση με τις επιταγές, όσο αφορά την φερεγγυότητα της συναλλαγής, ακόμα με προβληματίζει…

43

44. Το περιοδικό Παιδικές Ώρες, το οποίο δεν βλέπαμε την ώρα να πάμε στα περίπτερα την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του, να το αγοράσουμε και να χαθούμε στις σελίδες του (οι πιο φανατικοί αναγνώστες είχαμε συνδρομή και ξυπνούσαμε νωρίς το πρωί της μέρας που αναμενόταν ο ταχυδρόμος με το πολυπόθητο έντυπο για να το βρούμε στο κατώφλι της εισόδου). Το ίδιο και με άλλα περιοδικά της εποχής όπως Σελίδες αλλά και τα εξ Ελλάδος όπως Κατερίνα, Σούπερ Κατερίνα κτλ., ειδικά επί εποχής που μεσουρανούσαν τα boy/girl bands και τα εν λόγω περιοδικά ήταν τίγκα σε σχετικές αφίσες/αυτοκόλλητα/άρθρα. Το γεγονός ότι τότε διαβάζαμε τα περιοδικά σε έντυπη μορφή παρά σε ηλεκτρονική, μας δημιουργούσε μια πιο ρομαντική σχέση με την τέχνη του διαβάσματος – σχεδόν τελετουργική. Οι αισθήσεις που επιστρατεύονταν ήταν σίγουρα πιο πολλές σε σχέση με μόνο την όραση στην περίπτωση των ηλεκτρονικών βιβλίων/περιοδικών. Ένιωθες τις σελίδες όταν τις γύριζες. Κάποτε ήταν κολλημένες και δεν γύριζαν – χρειαζόταν επιδεξιότητα για να τις ξεχωρίσεις χωρίς να σκιστούν. Και ποιος δεν τράβηξε την “τζούρα” του από σελίδα; Μια λουσμένη σε μελάνι σελίδα είχε σίγουρα παραπάνω οσφρητικά ερεθίσματα απ’ ότι χίλια βιβλία σε μορφή Kindle – και κάθε έντυπο την δική του ξεχωριστή μυρωδιά. Αλλιώς μύριζαν τα βιβλία, αλλιώς τα περιοδικά κι αλλιώς τα σχολικά τετράδια. Λόγω του ότι το μνημονικό σύστημα καταχωρεί μνήμες βάσει ερεθισμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των οσφρητικών, μυρίζοντας ένα σχολικό τετράδιο προερχόμενο από τα μαθητικά μας χρόνια μας εγγυάται ότι θα ταξιδέψουμε νοερά πίσω στα θρανία.

1-256

45. Που ευχόμασταν προφορικά στους εορτάζοντες και όχι μηνυματικά. Που γράφαμε τα γράμματα μας στο χέρι και όχι στο πληκτρολόγιο μιας ηλεκτρονικής συσκευής. Γιατί το χαρτί, σε αντίθεση με την οθόνη, μπορεί να γίνει μάρτυρας σε δεκάδες καταστάσεις που λαμβάνουν χώρα την ώρα που γράφεται ένα γράμμα – και με τη σειρά του να τις μεταφέρει στον παραλήπτη του. Ένα δάκρυ που κυλά και καταλήγει στο χαρτί, κάνοντας το μελάνι ξανά υγρό και μουντζουρώνοντας έτσι το σημείο στο οποίο έπεσε, η κολόνια στον καρπό του χεριού, η οποία με την τριβή σιγά σιγά μετακομίζει στο χαρτί, μια πένα της οποίας το μελάνι τελειώνει και ξεθωριάζει προοδευτικά και μια άλλη νέα που επιστρατεύεται και της οποίας το μελάνι είναι πιο έντονο, πιο ζωντανό, προσωπικά σχεδιάκια των οποίων το νόημα δεν μπορεί να αντιγραφτεί και να μεταφερθεί ούτε και μέσω του πιο ευφάνταστου emoticon, και πολλές άλλες μικρές ιδιοσυγκρασίες του συγγραφέα οι οποίες σφραγίζονται μαζί με το γράμμα μέσα στον φάκελο, σαν ένα κομμάτι της ψυχής του, και μεταφέρονται στον παραλήπτη. Και τα παλιά γράμματα δεν χάνονται ποτέ – όλο και σε κάποιο κουτί παπουτσιών, μέσα σε κανένα ντουλάπι του πατρικού μας θα τα έχουμε φυλάξει, ενώ τα ηλεκτρονικά μηνύματα πολύ εύκολα σβήνονται, επισκιάζονται από νέα, μένουν σε παλιά κινητά, ξεχνιούνται…

45

46. Την γλυκιά αγωνία που είχαμε ώσπου να μας φτάσει ένα γράμμα από την Κύπρο όταν σπουδάζαμε στο εξωτερικό, σε αντίθεση με την στιγμιαία λήψη ενός e-mail. Παραλαμβάνοντας το γράμμα, ένιωθες πως κρατούσες στα χέρια σου, όχι απλά ένα κομμάτι χαρτί, αλλά ένα κομμάτι από το σπίτι σου. Ο φάκελος, το γραμματόσημο και, δίπλα του, το προσφυγόσημο να μας κοιτάζει με το οικείο, μελαγχολικό του βλέμμα, η σφραγίδα του Κυπριακού Ταχυδρομείου, το μπλε αυτοκόλλητο ‘By Air Mail – Par Avion’ – όλα μαζί συνέθεταν την μεγάλη εικόνα της πατρίδας μας την οποία είχαμε να δούμε μήνες και, ως δια μαγείας, η απόσταση των τόσων χιλιάδων χιλιομέτρων εκμηδενιζόταν σε μια στιγμή…

46

47. Τα emergency phones που ήταν τοποθετημένα κατά μήκος του highway και τα οποία βρίσκονταν σε πορτοκαλιά κουτιά – αλήθεια, έτυχε ποτέ κάποιος από σας να τα χρησιμοποιήσει;!

47

48. Οι τηλεφωνικοί θάλαμοι, των οποίων τα τηλέφωνα αρχικά έπαιρναν κέρματα και μετά τηλεκάρτα. Η στιγμή που άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για να αποσυνδεθεί η γραμμή λόγω χαμηλού υπόλοιπου και που γυρεύαμε μανιωδώς έξτρα κέρματα στις τσέπες μας για να συνεχίσουμε την συνομιλία μας. Που κάποτε είχαμε μόνο χαμηλής αξίας κέρματα και έπρεπε να τα βάζουμε back-to-back για να κρατηθεί “ζωντανή” η συνομιλία.

48

49. Αξέχαστα ελληνικά pop τραγούδια (golden oldies) από Λιβιεράτο, Ρακιντζή, Καλλίρη, Δημήτρη Κόκοτα, Ρόκκο και τόσους άλλους τραγουδιστές της τότε εποχής που έντυσαν μουσικά κάθε μας συναίσθημα, είτε αυτό ήταν λύπη από ένα χωρισμό (το 14 Φλεβάρη του Ρακιντζή ήταν το απόλυτο καψουροτράγουδο αν τύχαινες φρεσκοχωρισμένος την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου!), είτε χαρά για μια νέα σχέση, είτε απλά ήμασταν σε συναισθηματικό neutral mode και αφήναμε τα τραγούδια να μας ταξιδέψουν, να μας θυμίσουν στιγμές που ζήσαμε και να μας κάνουν να θέλουμε να ζήσουμε άλλες τόσες. Προσωπικά, όποτε παίζει στο ράδιο (σπανίζει αλλά τυχαίνει) το Το Νου Σου Κύριε Οδηγέ πιάνω τον εαυτό μου να κάνει δεύτερη φωνή, χωρίς να χάνω νότα ή σημείο στίξης από τους στίχους…!

49

50. Τα Ημισκούμπρια και το πρώτο τους άλμπουμ ’30 Χρόνια Επιτυχίες’ το οποίο κυκλοφόρησε το 1996 – τραγούδια όπως Η Απολλώνια Κορμάρα, Το Βουκολικό, Ο Εραστής και Τσόντα, αποτέλεσαν σήμα κατατεθέν του επιτυχημένου ραπ συγκροτήματος και εμείς, με τη σειρά μας, τα τραγουδούσαμε όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε. Μια φορά, γύρω στο 1998, ήρθαν στην Κύπρο για μια εμφάνιση στο club Άκρη, κοντά στο τριγωνάκι της Έγκωμης, και όσοι ήμασταν εκεί εκείνη τη νύχτα έχουνε να θυμόμαστε ένα club τόσο ασφυκτικά γεμάτο που δεν υπήρχε μόριο ελεύθερου αέρα μεταξύ των θαμώνων, ένα πλήθος τόσο συσπειρωμένο και με κοινό παρονομαστή την αγάπη του για το συγκρότημα που φάνταζε σαν ένας γιγάντιος φαν παρά πολλοί ξεχωριστοί, και τόσο ανεβασμένα ντεσιμπέλ που μας δημιούργησαν προσωρινή απώλεια ακοής!

50

Πηγή: http://like.philenews.com/